For the English vesion, click HERE
Το αντρειωμένο παιδί κι ο ψεύτης γέρος
Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιμένη, δώσ’ της κλότζο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινήσει
Μια φορά ήταν ένας γέρος και μια γριά κι είχαν ένα γιο, που από μικρό τον βάλανε στο σκολειό και μάθαινε γράμ¬ματα. Μα αν και τα χρόνια του ήταν λίγα, όμως η δύναμη του ήταν ανδρίκια, γιατί πολλές φορές μαλώνοντας με τ’ άλλα παιδιά, τα σακάτευε στο ξύλο, που οι γονείς του, επειδή και των άλλων παιδιών οι γονείς παραπονούνταν, του ’λεγαν συχνά συχνά: «Δε φοβάσαι; Θα μας χαλάσεις- τι είναι τούτο το κακό που κάνεις;» Κι επειδή του έλεγαν συχνά πυκνά «δε φοβάσαι;» μια βραδιά λέει στους γονείς του: «Δε μου λέτε, πού είναι αυτός ο φόβος που με φοβε¬ρίζετε κάθε λίγο, να πάω να τον ξεβγάνω να μη φοβάται κανένας;» Ο αφέντης του λοιπόν για να τον φοβίσει του λέ¬ει: «Βλέπεις αυτή τη φωτιά σ’ αυτό τ’ αντικρινό βουνό; Αυτού είναι ο φόβος». Εκίνησε αμέσως το παιδί και μέσα στα μεσάνυχτα έφτασε στη φωτιά κι εκεί βλέπει ένα καζά¬νι γεμάτο με σαράντα γρουτζέλια κι έβραζε και σαράντα δράκοι στην αράδα και κοιμούντανε. Πιάνει και κατεβάζει το καζάνι και κενώνει το φαγί και τρώγει όσο ήθελε, έπει¬τα πήγε κι εκοιμήθηκε με τους δράκους. Σε κάμποση ώρα ξυπνήσανε οι δράκοι και βλέπουν το καζάνι κατεβασμένο, βλέπουν κι ένα παιδί να κοιμάται κοντά τους. Τότες αυτοί απόρησαν κι είπαν: «Εμείς σαράντα δράκοι και σαν λείψει ένας μας δεν μπορούμε να το κατεβάσουμε κι αυτός μόνος του να κατεβάσει κοτζάμ καζάνι; Αυτός το δίχως άλλο πρέ¬πει να είναι ανδρειωμένος». «Ξέρετε τι να κάμουμε;» λέει ο μεγαλύτερος- «σαν ξυπνήσει, να τόνε κάνουμε αδελφό μας». Έτσι το έκαμαν, καθώς ξύπνησε. Τους αρώτησε όμως το παιδί. «Ποιος από τα σας είναι ο φόβος;» «Δεν είναι κανένας από τα μας να τον λένε φόβο, του είπαν όλοι, μα εδώ παραπάνω είναι μια σπηλιά κι αυτού είναι φόβος μεγά¬λος να πάει ένας άνθρωπος». «Καλά μου το είπε ο αφέντης μου, λέει το παιδί, αυτού που λέτε πρέπει να κατοικά ο φόβος, μόνον να πηγαίνω». Φτάνει στη σπηλιά και βλέπει μέσα μια γριά, πηδά μέσα και κατεβαίνει κάτω. Εκεί βλέ¬πει φως κι ένα ωραίο παλάτι. Όμως όλες του οι πόρτες ήταν κλεισμένες. Τότε το παιδί αρχίζει τους κλότζους και με κάθε κλότζο ανοίγει και μια πόρτα. Αφού άνοιξε έτσι τις πόρτες ανοίγει κι όλες τις κάμαρες. Στην ολόστερνη κά¬μαρα, κει που ανοίγει την πόρτα, βλέπει μια κοπέλα, μα τι κοπέλα! Λάμψ’ ο ήλιος για να λάμψει! Τότες το παιδί λέει με το νου του: «Αυτή πρέπει να είναι ο φόβος»• και τρέ¬χοντας κατ’ επάνω της, την αρπάζει απ’ το μπράτζο• μα αυτή φορούσε βραχιόλι στο μπράτζο της κι αφήνει στο χέ¬ρι του παιδιού το βραχιόλι και γίνεται άφαντη. Παίρνει το λοιπόν εκείνος το βραχιόλι και γυρίζει στους δράκους και τους διηγάται τα όσα είδε κι έκαμε. Την άλλ’ ημέρα παίρ¬νει το βραχιόλι και κατεβαίνει σε μια πολιτεία για να το πουλήσει στο βασιλέα της πολιτείας εκείνης. Στο δρόμο τον απαντά ένας Γέρος και βλέποντας το βραχιόλι, αρχί¬ζει να τον παρακινά να του το πουλήσει. Το παιδί λέει: «Δεν το πουλώ», γιατί θα το πουλήσω του βασιλέα και γι’ αυτό πηγαίνω στο παλάτι του». Σαν άκουσε αυτά τα λόγια ο Γέρος, τον αφήνει και τρέχει στο βασιλικό παλάτι, χωρίς να τον ιδεί το παιδί και πέφτοντας στα ποδάρια του βασι¬λέα, του λέει: «Έλεος, αφέντη βασιλέα• είχα ένα βραχιόλι πολύτιμο, στολισμένο με πολλά διαμάντια και μου το ‘κλεψαν, είναι κάμποσες μέρες. Τώρ’ αυτός που μου το "κλέ¬ψε, το φέρνει εδώ να το πουλήσει». Ως που να πει αυτά, φτάνει και το παιδί κι αφού προσκύνησε το βασιλέα, πα¬ρουσιάζει το βραχιόλι τόσο ωραίο, που ο βασιλέας έμεινε εκστατικός. Τότες αρχίζει ο Γέρος να φωνάζει πως το βραχιόλι ήταν δικό του και του το έκλεψε και παρακαλού¬σε το βασιλέα να μη δεχθεί τέτοια αδικία. Το παιδί σε πα¬ρόμοιο αδιάντροπο ψέμα θύμωσε πολύ κι αγριοκοίταξε τον Γέρο, μα εσεβάσθη και το βασιλέα. Ο βασιλέας ευρέθη¬κε μπερδεμένος ποιον από τους δυο να πιστέψει. Τέλος πάντων έκαμε απόφαση, αν μέσα σε σαράντα μέρες το παιδί φέρει και το ταίρι του βραχιολιού, να ’ναι δικό του, αν δεν το φέρει, να είναι του Γέρου. Τι να κάνει λοιπόν το παιδί! Αφήνει το βραχιόλι στα χέρια του βασιλέα και πά¬ει να βρει το ταίρι του. Εκεί που περπάταε στο περιγιάλι, βλέπει ένα καράβι και φόρτωνε λάδια. Λέει στον καπετά¬νιο: «Θέλεις να σου κάμω γιαρντίμι, να πάρετε τα τουλού¬μια μέσα;» «Κι αρωτάς;» του αποκρίνεται ο καπετάνιος. Αρχίζει δα το παιδί και πετάει τα τουλούμια μέσα στο κα¬ράβι σαν πατζαβούρες, που δεν απέρασε ώρα πολλή και το καράβι φόρτωσε. Σαν είδε αυτά ο καπετάνιος, παίρνει μέ¬σα το παιδί και ζητά να το φιλοδωρήσει ό,τι αγαπά για το γιαρντίμι μαθέ που τους έκανε. Τους λέγει το παιδί. «Εγώ αγαπώ να με πάρετε μαζί σας». Έτσι τον επήραν κι εσηκώθησαν στα πανιά. Αφού αρμένισαν τέσσαρες πέντε μέ¬ρες, ένα πρωί βλέπει και κατεβαίνουν με μιας όλοι στο αμπάρι, έξω από τον καπετάνιο- μα κι αυτός σε λιγάκι του λέει: «Θα κατέβω κι εγώ να ησυχάσω λιγάκι- μόνο κυβέρνα μ’ αυτόν τον καιρό». Πέρασε δεν απέρασε μια ώρα κι ο καιρός κει που ήτανε καλός και πρίμος, το καράβι έξαφνα στέκεται. Τα πανιά καργάραν αέρα, μα το καράβι δεν εσάλευε. Τότε το παιδί μην ξέροντας τι τρέχει, πηγαίνει μπρο¬στά στην πλώρη κι εκεί βλέπει ένα πράμα περίεργο. Μια νέα που άπ’ τη μέση και κάτω ήτανε ψάρι. Την ερωτά πώς τη λένε και τι ζητά: «Εμένα με λένε Γοργόνα, απο¬κρίνεται η ψαρογυναίκα, και ζητώ το ταΐνι μου». «Και τι πράμα είναι το ταΐνι σου;» λέει το παιδί. «Το ταΐνι μου εί¬ναι να μου ρίξεις έναν άνθρωπο να φάω, λέει η ψαρογυναί¬κα, κι αν δεν μου τον ρίξεις, θ’ αναποδογυρίσω το καράβι». «Καλά, λέει το παιδί, έλα δίπλα και ψήλωσε λίγο να σου ρίξω τον άνθρωπο» .Εκεί καθώς έκαμε πως ψηλώνει η ψα¬ρογυναίκα, την αρπάζει απ’ τα μαλλιά, την τραβάει, την κατρακυλάει στην κουβέρτα και πιάνονται χέρια με χέρια, που από τον πολύ παλαιμό κόντεψε το καράβι να βουλιάσει και οι άνθρωποι μες στο αμπάρι ξυλοστόμιασαν. Ύστε¬ρα από πολλά σου την γονατίζει κάτω και την αρχίζει με μια μανέλα, που δεν της άφησε κόκαλο άσπαστο και την έκαμε να ξερνάει αίμα και να φωνάζει αμάν! Τότες την ελυπήθηκε κι αφού την έκαμε να πάρει όρκο πως στο εξής μήτε άνθρωπο θα φάει, μήτε παρτίδο θα εμποδίσει, την έριξε στη θάλασσα. Ο καπετάνιος με τους συντρόφους του έμεναν στο αμπάρι καταφοβισμένοι και δεν τολμούσαν να βγουν απάνω στην κουβέρτα. Μα ώρα πολλή τους φω¬νάζει το παιδί: «Βρε, δεν βγαίνετε απάνω;» Σαν άκουσαν τέ¬λος πάντων τη φωνή του, γκαρδιωθήκανε κι εβγήκανε. Βλέ¬ποντας την κουβέρτα γεμάτη από αίμα, τον αρωτούν τι έπαθε. «Δεν ακούατε, τους λέει εκείνος, τις φωνές και τον ταραρό; Ήρθ’ ένα φοβερό θεριό σα γυναίκα, μου ’πε πως τη λένε Γοργόνα και την ερήμαξα στο ματσούκι κι ύστερα την έριξα στη θάλασσα». Εκείνοι απορήσανε με την ανδραγαθία του και πολύ πολύ χαρήκανε που γλίτωσ’ ο κόσμος από ένα τέτοιο κακό θεριό. Έτσι αρμενίζοντας φτάσανε ύστερα από δυο μέρες σ’ ένα μεγάλο νησί. Ερωτά το παιδί: «Κάθουνται άνθρωποι σ’ αυτό το νησί;» «Όχι», του λέει ο καπετάνιος. «Να χαρείς τη ζωή σου, του λέει τότε το παιδί, βγάλτε με έξω να σεριανίσω και γυρίζω πάλι στο καράβι». Ο καπετάνιος για να μην του χαλάσει το χα¬τίρι, είπε και τον βγάλανε στο νησί κι εκεί που σεριάνιζε το παιδί στο ακρινό μέρος μιανής κοιλάδος (ήτανε, πες, ηλιοβασίλεμα) βλέπει από μακριά ένα παλάτι. Ως που να πάει κει, σουρούπωσε. Φτάνει στο παλάτι, ανεβαίνει απά¬νω, βρίσκει μια γριά και της λέει: «Καλησπέρα, καλομάνα». «Καλώς το παιδί μου, του λέει εκείνη». «Πώς δεν ανά¬βεις φως, μόν’ κάθεσαι στο σκοτάδι»; λέει το παιδί. «Δεν πρόφτασα παιδί μου, να πάρω φωτιά, του αποκρίνεται η γριά, απ’ αντικρύ, οπού φαίνετ’ εκείνο το φως. Ποιος θα πάει να μου φέρει;» «Εγώ τώρα παγαίνω,» της λέει το παι¬δί, κι αμέσως κίνησε κατά το φως. Παγαίνοντας, παγαίνο¬ντας, φτάνει κει και βλέπει ένα ανθρώπινο κεφάλι με μακριά μαλλιά και πέφτει μέσα στα ποδάρια του και δεν τον αφήνει. να κινηθεί, γιατί τον έδεσε δυνατά με τα μαλλιά του. Θυμώνει τότε το παιδί και σου τ αδράχτει από τ’ αυτί και του τινάζει μια, που αν δεν ήτανε κάμποσα χόρτα κει που ’πεσε, θα γίνουνταν χίλια κομμάτια. Αμέσως παίρ¬νει ένα δαυλί αναμμένο απ’ τη φωτιά και γυρίζει χαρούμε¬νος στο παλάτι κι ανάβει φως. Σαν τον είδε η γριά, του λέ¬ει: «Παιδί μου, το καλό που σου θέλω, να μπεις τώρα μέσα σ’ αυτή τη ντουλάπα, γιατί έχω τρεις κόρες, που όπου κι αν είναι θα ’ρθουν, να μη σε δούνε και σε βλά¬ψουν». «Ορισμός σου», λέει το παιδί και χώνεται μες στη ντουλάπα. Μπήκε δε μπήκε, ακούει, καλησπέρα την μια, καλησπέρα την άλλη, μπαίνουν κι οι τρεις κόρες κι αρωτούν τη γριά αν έχει έτοιμο το φαγί. «Έτοιμο είναι», τις λέ¬ει εκείνη, κι αμέσως καθίσανε στο τραπέζι. Αφού έφαγαν, πήραν να πιουν και κρασί. Λέει λοιπόν η μία: «Πίνω στην υγειά κείνου του παλικαριού, που ’ρθε μέσα σ’ εκείνο το χάος κι έσπασε τις πόρτες του παλατιού μου και μ’ έπιασε απ’ το μπράτζο και τραβώντας το χέρι μου, απόμεινε το βραχιόλι μου στο χέρι του». Σαν έβαλε κρασί να πιει κι η άλλη, λέει. «Εβίβα του παλικαριού εκείνου, που απ’ το ξύ¬λο που μου ’ δωκε, έκαμα όρκο να μην φάω πλέον άνθρω¬πο, μήτε να μποδίσω κανένα παρτίδο». Στο τέλος έβαλε και η τρίτη κρασί στο ποτήρι και λέει: «Στην υγειά του παλικαριού εκείνου, που ποτές δεν εστάθηκε άνθρωπος νά ’ ρθει στο μέρος μου να πάρει φωτιά, κι αυτός και φωτιά πήρε κι εμένα μ’ έπιασε απ’ το αυτί μου και μου ’ δωσε μια, που αν δεν ήταν τα χόρτα να πέσω απάνω, θα γινό¬μουν χίλια κομμάτια». Σαν άκουσε αυτά τα λόγια το παλι¬κάρι, χτυπά με δύναμη του ντουλαπιού και παρουσιάζεται μπροστά τους. «Καλησπέρα σας, κυράδες», τις λέει. Εκεί¬νες καθώς τον είδαν, τον εγνώρισαν κι εσηκώθηκαν όλες με μιας και τον αγκαλιάζουν και τον καταφιλούν. «Πώς ήρ¬θες εδώ;» τον αρωτούν. Τότες εκείνος αρχίζει και τες διη¬γείται όλα τα περιστατικά του και για τον Γέρο και για το βραχιόλι και ότι ήλθε γυρεύοντας τες, γιατί ο βασιλέας του έχει διορία σαράντα μέρες κι αν δεν πάει το ταίρι του βραχιολιού, θα το πάρει ο Γέρος και θα αποδειχθεί αυ¬τός κλέφτης. «Γι’ αυτό χολιάς;» του λέει η μια κόρη, εκείνη που της πήρε το βραχιόλι απ’ το μπράτζο• να και το ταίρι του. Πάρε ακόμη και δυο άλλα καλύτερα βραχιόλια μόνο σε παρακαλούμε, μια φορά που γνωριστήκαμε, να πά¬ρεις μιαν από τα μας, όποιαν θέλεις, για γυναίκα σου». Υποσχέθηκε αυτός να πάρει την μιαν όμως θέλησε πρώτα να πάει στον βασιλέα, γιατί επλησίαζε η διορία των σαρά¬ντα ημερών. Έτσι κι έγινε. Αφού εξεφάντωσαν τέσσαρες πέντε ημέρες, κατεβαίνει στη θάλασσα, μπαίνει στο καρά¬βι, που τον περίμενε, και τα ξημερώματα της ημέρας που τελείωνε η διορία, έφθασε στην πολιτεία. Φωνάζουν τότες τον Γέρο, ο οποίος σαν είδε το ταίρι του βραχιολιού έμεινε βουβός κι άλαλος. Τότε ο βασιλέας ετίμησε τον νέο δια την τιμιότητα του και τον Γέρο σαν ψεύτη και δόλιο τον κατεδίκασε στα σίδερα. Ύστερα απ’ αυτό ο νέος χά¬ρισε του βασιλέα και τ’ άλλα ωραία βραχιόλια και γυρίζο¬ντας στο νησί πανδρεύθηκε την κόρη εκείνη απ’ τις τρεις., που του τα είχε χαρίσει, κι εκάνανε γάμους και χαρές και ξεφάντωσες πολλές.
